Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

«Άνοιξη»

Την άνοιξη γυρίζουν τα πουλιά
και τα λουλούδια
με τα μεγάλα πέταλά τους σκεπτικά
ανοίγουνε και κλείνουν
τη μελαγχολική χαρά των ημερών μας.

Πίσω μας έρχεται ο γέρικος καιρός…
Λίγο-λίγο παλιώνει
το χρυσό φως πάνω στα φύλλα
κι από κύμα σε κύμα
κυλάει η ζωή μας.

(«Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 139-140, Ιούλιος-Αύγουστος 1966)
.

Αυτοί οι στίχοι της Ζέφης Δαράκη είπα να κάνουν την αρχή στο μικρό σημείωμα σήμερα που γιορτάζει η ποίηση, αρχή της Άνοιξης, της εαρινής ισημερίας.
Ποίηση και Άνοιξη λέξεις απόλυτα ταιριαστές, πιασμένες χέρι χέρι στα σεργιάνια του πολιτισμού. Αρκούν πολλές φορές λίγες λέξεις δοσμένες σε στίχο για να φέρουν την άνοιξη στο νου του ανθρώπου. Να τον κάνουν να ταξιδέψει σαν τα φύλλα του δέντρου που τα φυσά ο αέρας και σκορπούν.
Ποίηση, πολλές φορές αινιγματική, αφαιρετική, συμβολική και άλλες πάλι με γλώσσα αιχμηρή.
Όσο και να γυρίσει κανείς πίσω το βιβλίο της ζωής του ανθρώπου αντάμα με την ποίηση θα τον βρει.
Η ποίηση εμπνέει , κάνει λόγο τα αισθήματα , υμνεί τον έρωτα, τη ζωή.

«Εγώ δ’ έσοπτρον είην,
όπως αεί βλέπης με.
εγώ χιτών γενοίμην,
όπως αεί φορής με.
ύδωρ θέλω γενέσθαι,
όπως σε χρώτα λούσω.
μύρον, γύναι, γενοίμην,
όπως εγώ σ’ αλείψω...»
γράφει ο Ανακρέων και για την απόδοση

«Καθρέφτης σου να ήμουνα, εμένα να κοιτούσες
χιτώνας να γινόμουνα, πάντα να με φορούσες.
Νεράκι για να έτρεχα, το δέρμα σου να πλύνω
και μύρο, για να μ’ αλειφτείς, θα μπόραγα να γίνω…»
(Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης , Έμμετρη Απόδοση Ι. Ν. Κυριαζή)
αλλά και

Έρως ποτ’ εν ρόδοισι
κοιμωμένην μέλιτταν
ουκ είδεν, αλλ’ ετρώθη.
τόν δάκτυλον παταχθείς
τάς χειρός ωλόλυξε,
δραμών δέ καί πετασθείς
πρός τήν καλήν Κυθήρην
«όλωλα, μήτερ», είπεν,
«όλωλα καποθνήσκω.
όφις μ’ έτυψε μικρός
πτερωτός, όν καλούσιν
μέλιτταν οι γεωργοί.»
ά δ’ είπεν. «ει τό κέντρον
πονείς τό τάς μελίττας,
πόσον δοκείς πονούσιν,
Έρως, όσους σύ βάλλεις;»
.
«Ο Έρωτας που κάποτε στα ρόδα είχε πάει
μια μέλισσα δεν πρόσεξε κι εκείνη τον τσιμπάει.
Το δάχτυλό του πόνεσε, οδύρεται και κλαίει
στη μάνα του Κυθέρεια πετάει και της λέει:
«Μάνα μου, πάει…, χάνομαι, με τσίμπησε, μανούλα
φίδι μικρό και φτερωτό -το λένε μελισσούλα.»
Κι εκείνη του ’πε: «αν το κεντρί της μέλισσας πονάει,
το βέλος σου πόσο πονεί, αυτόν που αγαπάει».
.
Ο ποιητικός λόγος δεν είναι στατικός. Παρουσιάζει μια δυναμική στο πέρασμα του χρόνου, εισπράττει και αποδίδει επιρροές , γίνεται εκφραστής μηνυμάτων έτσι όπως οι καιροί απαιτούν κάθε φορά. Με την ποίηση ο άνθρωπος αποκαλύπτεται, φανερώνει τους στοχασμούς του, τα όσα η ψυχή του νιώθει.


«Πληθυντικός αριθμός»

Ο έρωτας,
όνομα ουσιαστικόν,
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
Οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν,γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.

Κική Δημουλά από «Το λίγο του κόσμου 1971»

Πολλές φορές η ποίηση έρχεται να εκφράσει και το συλλογικό όραμα , τον πόνο της καθημερινότητας, της βιοπάλης, του πικρού ψωμιού.

«Αιώνας εμπορίου»

H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία
έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Mαρξ. Ένα μικρό, ανήθικο εμπόριο
κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,
μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους λαχειοπώλες
διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις τα αισθήματα στο Χρηματιστήριο,
στα λογιστικά βιβλία δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση, ισολογισμοί, εκπρόθεσμες
συναλλαγματικές, μετοχές, χρεόγραφα κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τι
σημασία έχει; «ζούμε σε μια μεγάλη εποχή», οι παπαγάλοι δεν κάνουν ποτέ απεργία
μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές περηφάνειες γνώση αβέβαιη,
πληρωμένη μ' όλη τη βέβαιη νειότη σου, βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν
τρελλοί να τα μαζέψουν νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της
Βαβυλώνας, δολλάρια ασημένια…

γράφει ο μεγάλος Τάσος Λειβαδίτης που παίρνει μαχητική θέση, που τολμά και κάνει τέχνη του λόγου του τα οράματά του.

Ιστορική, πολιτική, ερωτική, δημοτική, σε όποια κατηγορία ακόμα κι αν την κατατάξουμε, η ποίηση είναι σαν τις σταγόνες θεϊκής βροχής που ποτίζουν αργά στην ψυχή του ανθρώπου τα απανθίσματά του.
Κάθε προσπάθεια ανάδειξης έστω και του πιο απλού ποιητικού έργου αξίζει γιατί προσφέρει στον πολιτισμό, γεμίζει τη ζωή μας με χρώμα χαράς.
Είναι θετικό που έρχονται μηνύματα από όλη την Ελλάδα για τον εορτασμό της παγκόσμιας ημέρας ποίησης, παρόλο που η επίσημη πολιτεία επικαλούμενη την οικονομική κρίση έχει για φέτος περιορίσει τα κονδύλια εορτασμού στο ΕΚΕΒΙ και έτσι δε θα έχουν την ευκαιρία οι επιβάτες των μεταφορικών μέσων της πρωτεύουσας να ακούσουν από τα μεγάφωνα στίχους του μεγάλου ποιητή Γιάννη Ρίτσου στον οποίο και είναι αφιερωμένο το φετινό έτος . Εντυπωσιακή όμως είναι η πρωτοβουλία του Σωματείου Αρτοποιών Λιβαδειάς που έχοντας τη στήριξη του Επιμελητηρίου Βοιωτίας, γιορτάζει με ένα πρωτότυπο τρόπο την παγκόσμια ημέρα ποίησης. Έτσι λοιπόν Το Σάββατο 21 Μαρτίου όλα τα αρτοποιεία της πόλης της Λιβαδειάς θα διαθέτουν το ψωμί σε χάρτινες συσκευασίες που θα έχουν πάνω τους τυπωμένα δημοτικά τραγούδια. «Με την προμήθεια του ψωμιού θα έχουν όλοι την ευκαιρία να διαβάσουν ή να θυμηθούν και να σιγοτραγουδήσουν στιχάκια από τα λιανοτράγουδα ή στιχάκια με θέμα το θείο δώρο, το ψωμί, όπως το τραγούδησε και ύμνησε η λαϊκή μας μούσα.» αναφέρουν σε σχετική ανακοίνωση με σύνθημα τους:

«Για φέρτε μοσχοκάρυδα, για φέρτε και κανέλλα,
για ρίχτε μες στο ζύμωμα, για να μοσκοβολάει.
Για φέρτε ψιλοσούσαμο και ζάχαρη και μέλι
κι αλείψτε γύρω τα ψωμιά, κι αλείψτε τα τσουρέκια.»

Μαριάνθη Βάμβουρα-Γιάνναρου

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

Το νησί μου...

Ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή η Λέσβος,
το «νησί της Αρμονίας και της Ομορφιάς.

«Πουθενά σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου, ο Ήλιος και η Σελήνη δε συμβασιλεύουν τόσο αρμονικά, δε μοιράζονται τόσο ακριβοδίκαια την ισχύ τους, όσο επάνω σ’ αυτό το κομμάτι της γης που κάποτε, ποιος ξέρει, σε τι καιρούς απίθανους, ποιος θεός, για να κάνει το κέφι του, έκοψε και φύσηξε μακριά ίδιο πλατανόφυλλο καταμεσής του πελάγους. Μιλώ για το νησί που αργότερα όταν κατοικήθηκε ονομάστηκε Λέσβος».

Οδυσσέας Ελύτης