Αυτή η ανάρτηση έπρεπε να είχε γίνει από καιρό. Από κείνο το πρωινό δηλαδή που ο ταχυδρόμος έφερε με ταχεία αποστολή το καινούριο βιβλίο της πολυαγαπημένης μου Λίτσας Ψαραύτη. Έκπληξη δεν ήταν αφού από καιρό πριν με είχε ενημερώσει η συγγραφέας για το πως πρόκειται να είναι στη φετινή ανοιξιάτικη κυκλοφορία.
Το καλοδέχτηκα λοιπόν με μεγάλη χαρά και το θεώρησα για άλλη μια φορά τιμή.
Σε αυτόν εδώ το χώρο θα παρουσιάσω μέρος από σχετικό δημοσίευμα που έχω κάνει στη στήλη βιβλιοφάγος του Δημοκράτη (ΒΙΒΛΙΟΦΑΓΟΣ):
"Δεν είναι η πρώτη φορά που η πολυγραφότατη και
πολυβραβευμένη συγγραφέας Λίτσα Ψαραύτη καταπιάνεται με την πένα της θέματα που
βασανίζουν και ταλανίζουν τις νεανικές ψυχές . Θέματα ευρύτερης και βαθιάς
κοινωνικής διάστασης , της ελληνικής καθημερινότητας,
της αγωνίας και των προσδοκιών κάθε έφηβου και νεαρού ατόμου δοσμένα με γλώσσα
ξεκάθαρη χωρίς περιστροφές, που σέβεται τον αναγνώστη. Ιδίως τον απαιτητικό
νεαρό αναγνώστη που δεν ανέχεται εκφραστικά φτιασίδια αλλά ψάχνει το πραγματικό
και αληθινό της έκφρασης λόγου.
Την Άνοιξη της φετινής χρονιάς η πολυαγαπημένη
συγγραφέας χάρισε στο αναγνωστικό κοινό της ένα ακόμη βιβλίο που αγγίζει
ευεργετικά την νεανική ψυχή και μιλά τη γλώσσα της καρδιάς της. « Ποτέ μα ποτέ
ξανά …» ο τίτλος του και κυκλοφορεί στη
«συλλογή κύκνοι» από τις Εκδόσεις Πατάκη.
Το θέμα που πραγματεύεται μέσα από το νέο
μυθιστόρημά της η συγγραφέας είναι περισσότερο από επίκαιρο. Μιλά για το
γολγοθά της ελληνικής οικογένειας καθώς «εν μία νυκτί» γκρεμοτσακίζεται από τα
ψηλά πουπουλένια στρώματα που είχε πιστέψει πως κατάκτησε και προσγειώνεται στην σκληρή πραγματικότητα.
Η πτώχευση μιας οικογένειας , είναι γεγονός που
επιφέρει την ανατροπή της έστω και φαινομενικά ομαλής μέχρι κείνου του σημείου
διαβίωσής της. Το σύγχρονο δράμα. Πλούτη, καλοπληρωμένα σχολεία, ανέσεις,
ασήμια και ακριβά κρύσταλλα που στόλιζαν ένα υπερβολικά άνετο σπίτι, μια
μονοκατοικία συγκεκριμένα στην Πεντέλη, κοσμήματα και ό,τι άλλο υπερβολικό
μπορεί να συνέθεται το ρουν της καθημερινότητας μιας νεόπλουτης και
αποξενωμένης μεταξύ της , οικογένειας, κατέρρευσε και ξεμπρόστιασε το
πραγματικό πρόβλημα. Την ηθική ένδεια . Την απαίδευτη και αφιλοσόφητη στάση
ζωής μιας οικογένειας που τώρα καλείται να αποχωριστεί βίαια τις υλικές ανέσεις και να βρει καταφύγιο στο
ισόγειο διαμέρισμα των παππούδων που όλα τα χρόνια ζουν στη Νέα Ιωνία. Να ψάξει
τη μόρφωση στα σχολεία της συνοικίας , να βρει ένα κομμάτι ψωμί μέσα από το
μεροκάματο που μπορεί να δώσει το υπαλληλίκι αφού η μάνα θα γίνει πωλήτρια και
ο πατέρας θα προσπαθήσει να ξεχαστεί στο ποτό. Και μέσα σε όλα αυτά έρχεται και
ο εφιάλτης του χώρου κοινωνικής δικτύωσης για το νεαρό κορίτσι , την αφηγήτρια
του μυθιστορήματος την Ηλέκτρα. Ο εφιάλτης του εκβιασμού . Όμως η αγκαλιά των παππούδων , αυτή η απλή ζεστή
φιλόξενη αγκαλιά θα γίνει και το γιατρικό της φαμελιάς .
Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου αναφέρει χαρακτηριστικά: « Όταν η οικονοµική
κρίση «βάζει λουκέτο» στο κατάστηµα του πατέρα της, η πλούσια ζωή της νεαρής
Ηλέκτρας ανατρέπεται. Όλα της είναι καινούρια: το δηµόσιο γυµνάσιο, το µικρό
σπίτι στο ισόγειο των παππούδων της, η κατάθλιψη του πατέρα της, που βρίσκει
διέξοδο στο αλκοόλ. Η µόνη χαρά της είναι το αγόρι που γνώρισε στο facebook,
που τον εµπιστεύτηκε, που πίστεψε ότι την ερωτεύτηκε, αλλά που η σχέση τους θα
έχει οδυνηρότατη εξέλιξη. Το µυθιστόρηµα, καίριο και δυνατό, αγγίζει σύγχρονα
θέµατα. Την αποξένωση της οικογένειας, τους κινδύνους από τον εκφοβισµό στα
σχολεία, αλλά και τη δύναµη που χρειάζεται για να ξαναβρεί κανείς τον εαυτό
του.»
Η ιστορία εξελίσσεται σε 150 περίπου σελίδες.
 |
Η συγγραφέας κ. Λίτσα Ψαραύτη. |
Ας πάρουμε μια αναγνωστική γεύση από ένα απόσπασμα
προς το τέλος έτσι όπως το αφηγείται η ηρωίδα Ηλέκτρα.
« Είναι Κυριακή, η μόνη μέρα που η μαμά μπορεί και
ξεκουράζεται λιγάκι. Κουβεντιάζουν με τον μπαμπά στη βεράντα , αλλά γιατί
ψιθυριστά;
Μπαίνω στον πειρασμό και στήνω αυτί στη χαραμάδα της
πόρτας. Δεν έπεσα έξω. Μιλάνε για μένα.
-
Φταίξαμε κι εμείς, γιαυτό που έκανε η
Ηλέκτρα. Περισσότερο εγώ. Κατέρρευσα, λες και δεν έκλεισαν χιλιάδες μαγαζιά με
την κρίση, λες και δεν έχασαν λεφτά οι περισσότεροι Έλληνες- η φωνή του μπαμπά.
-
Έφταιξα κι εγώ, Βασίλη. Σε έβλεπα να
πίνεις και δεν μπορούσα να σε στηρίξω. Βοήθεια ζητούσα κι εγώ, αλλά κανείς δεν
μπορούσε να μου τη δώσει. Πάλι καλά που έχουμε τους γονείς σου. Κάνουν τόσα
πολλά για όλους μας….»
Και σε ένα ακόμη
απόσπασμα προς το τέλος συνεχίζει η Ηλέκτρα:
« Η σωτηρία μου ήρθε από κει που δεν την περίμενα.
Από τη γιαγιά. Αυτή μάζεψε ένα ένα τα κομμάτια μου και με περίσσια τρυφερότητα
και φροντίδα τα έβαλε ξανά στη θέση τους και σαν τον καλύτερο ψυχολόγο κατάφερε
να με απαλλάξει από τύψεις και ενοχές. Εκείνη ήταν που δε με ρώτησε ποτέ «
γιατί» , με ανεχόταν πότε με τα νεύρα μου και άλλοτε πάλι όταν έπινα το αμίλητο
νερό.(…) Και δως του χάδια και φιλιά. Σε μια τέτοια στιγμή με βρήκε χαλαρή και
της παραδόθηκα.
-
Γιαγιά , δεν είμαι το καμάρι σου, η
ντροπή σου είμαι…
-
Εγώ σ΄αγαπώ όπως είσαι. Με τα χαρίσματά
και τα ελαττώματά σου.
-
Αν ήξερες τι έχω κάνει θα ντρεπόσουνα
για μένα και δε θα ήθελες να με δεις στα μάτια σου.
-
Δεν ξέρω και δε θέλω να μάθω, εκτός κι
αν θελήσεις εσύ να μου μιλήσεις.
-
Αλήθεια λες γιαγιάκα;
-
Αλήθεια, να σε χαρώ , καρδούλα μου.
-
‘Ακου ,λοιπόν, τα κατορθώματά μου…
Κι όπως η λάβα βρίσκει δρόμο και
φτάνει ως την κορφή που καίει το ηφαίστειο, έτσι βγήκαν τα λόγια από μέσα
μου….»
Μαριάνθη Βάμβουρα